Ἀλλαντοπώλα

Ἀλλαντοπώλα
Ἀλλαντοπώλᾱ , Ἀλλαντο-πώλης
seller
masc nom/voc/acc dual
Ἀλλαντοπώλᾱ , Ἀλλαντο-πώλης
seller
masc gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἀλλαντοπώλα — ἀλλαντοπώλᾱ , ἀλλαντοπώλης sausage seller masc nom/voc/acc dual ἀλλαντοπώλᾱ , ἀλλαντοπώλης sausage seller masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλαντοπῶλα — ἀλλαντοπώλης sausage seller masc voc sg ἀλλαντοπώλης sausage seller masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀλλαντοπώλας — Ἀλλαντοπώλᾱς , Ἀλλαντο πώλης seller masc acc pl Ἀλλαντοπώλᾱς , Ἀλλαντο πώλης seller masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλαντοπώλας — ἀλλαντοπώλᾱς , ἀλλαντοπώλης sausage seller masc acc pl ἀλλαντοπώλᾱς , ἀλλαντοπώλης sausage seller masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”